agent

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

agent (en)

  1. πράκτορας (πχ μυστικής υπηρεσίας, ταξιδιωτικός πράκτορας κλπ)
  2. ο αντιπρόσωπος κάποιου άλλου, πχ ο ατζέντης
  3. ο δρων, δράστης
    1. (χημεία) δραστικός παράγοντας· οτιδήποτε έχει τη δύναμη να παραγάγει ένα αποτέλεσμα
      chemical agent - δραστική χημική ουσία, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται στα χημικά όπλα
    2. (γραμματική) το πρόσωπο που ενεργεί· το υποκείμενο στην ενεργητική σύνταξη ή το ποιητικό αίτιο στην παθητική
      agent noun
    3. (φιλοσοφία, ψυχολογία) αυτενεργός, αυτοδραστικός, αυτενέργητος, αυτοδραστικό ον, αυτόβουλο ον, αυτόβουλα δρων ον, συνειδητός δράστης ή απλά δρων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

agent < λατινική agens < agere

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ʒɑ̃/
agent 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
agent agents

agent (fr) αρσενικό

  1. πράκτορας (πχ μυστικής υπηρεσίας, ταξιδιωτικός πράκτορας κλπ)
  2. ο αντιπρόσωπος κάποιου άλλου, πχ ο ατζέντης
  3. δραστικός παράγοντας· οτιδήποτε έχει τη δύναμη να παραγάγει ένα αποτέλεσμα
    agent de pollution de l'environnement - παράγοντας μόλυνσης του περιβάλλοντος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈaɡɛ̃nt/

agent 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

agent (pl) αρσενικό

  1. ο πράκτορας (π.χ. μυστικής υπηρεσίας, ταξιδιωτικός πράκτορας κλπ.)
  2. ο ατζέντης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]