ατζέντης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατζέντης ατζέντηδες
γενική ατζέντη ατζέντηδων
αιτιατική ατζέντη ατζέντηδες
κλητική ατζέντη ατζέντηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατζέντης < ιταλική agente

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατζέντης αρσενικό

  1. πρόσωπο που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση υποθέσεων (ιδίως καλλιτεχνών) με αμοιβή, πράκτορας


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]