agence
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| agence | agences |
agence (fr) θηλυκό
- το πρακτορείο
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]- από το ρήμα agencer