πρακτορείο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρακτορείο < πράκτορ(ας) + -είο ((μεταφραστικό δάνειο) ιταλική agenzia)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾa.ktoˈɾi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πρα‐κτο‐ρεί‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πρακτορείο ουδέτερο
- γραφείο ή εταιρεία που έχει ως αντικείμενο εργασίας την παροχή πληροφοριών ή διάφορων υπηρεσιών ή εκδουλεύσεων για ποικίλες υποθέσεις, όπως και την αντιπροσώπευση τρίτων
- ※ Ανταποκριτής του πρακτορείου Magnum, με ειδικότητα την έθνικ φωτογραφία, είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο ψάχνοντας για φυλές και πολιτισμούς ανέγγιχτους από τη σύγχρονη τεχνολογία. (Κώστας Ακρίβος, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο, 2007, σελ. 179)
- (μειωτικό) απαξιωτικός χαρακτηρισμός για κόμματα ή κυβερνήσεις που εξυπηρετούν αλλότρια συμφέροντα
Συγγενικά
[επεξεργασία]- πρακτορειακός
- πρακτόρευση
- → και δείτε τις λέξεις πράκτορας και πράττω
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- ναυτικό πρακτορείο:
- πρακτορείο ειδήσεων / ειδησεογραφικό πρακτορείο: εταιρεία που συγκεντρώνει ειδήσεις και τις διαθέτει σε διάφορα ΜΜΕ
- πρακτορείο λεωφορείων:
- πρακτορείο ΠΡΟΠΟ: κατάστημα όπου παίζεται ΠΡΟΠΟ ή άλλα σχετικά τυχερά παιχνίδια
- πρακτορείο τύπου:
- τουριστικό πρακτορείο / πρακτορείο τουρισμού:
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -είο (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)