συμφέρον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συμφέρον < αρχαία ελληνική συμφέρον, ουδέτερο του συμφέρων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμφέρω < συν- + φέρω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συμφέρον ουδέτερο
- αυτό που αποφέρει κέρδος ή ωφέλεια, ηθικού, συναισθηματικού και υλικού περιεχομένου
Αυτό δεν είναι προς το συμφέρον σου- ※ Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- πλοίο ελληνικών συμφερόντων : για σκάφη με ξένη σημαία (συνήθως "σημαία ευκαιρίας"), που όμως ανήκουν σε Έλληνες.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συμφέρον
|
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μέλλον' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι μετοχών (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)