συμφέρον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμφέρον συμφέροντα
γενική συμφέροντος συμφερόντων
αιτιατική συμφέρον συμφέροντα
κλητική συμφέρον συμφέροντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμφέρον < αρχαία ελληνική συμφέρον, ουδέτερο του συμφέρων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμφέρω < συν- + φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμφέρον ουδέτερο

  • αυτό που αποφέρει κέρδος ή ωφέλεια, ηθικού, συναισθηματικού και υλικού περιεχομένου
    Αυτό δεν είναι προς το συμφέρον σου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πλοίο ελληνικών συμφερόντων : για σκάφη με ξένη σημαία (συνήθως "σημαία ευκαιρίας"), που όμως ανήκουν σε Έλληνες.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή μετοχής[επεξεργασία]