κατάστημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάστημα καταστήματα
γενική καταστήματος καταστημάτων
αιτιατική κατάστημα καταστήματα
κλητική κατάστημα καταστήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατάστημα < ελληνιστική κοινή κατάστημα < από το ρήμα καθίστημι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ˈta.sti.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατάστημα ουδέτερο

  1. ο χώρος ή το κτήριο όπου στεγάζει τις δραστηριότητές του ένας επαγγελματίας, έμπορος ή μία εταιρεία ώστε να έρχεται σε επαφή με τους πελάτες, να εκθέτει τα προς πώληση προϊόντα και να εκτελεί συναλλαγές
    αυτή η εταιρεία έχει πολλά καταστήματα
  2. το κτήριο όπου στεγάζεται μόνιμα μια δημόσια υπηρεσία, ένα κοινωφελές ίδρυμα, μια τράπεζα, ένας οργανισμός κ.λπ.
    κεντρικό κατάστημα ταχυδρομείου

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]