Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατάστημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατάστημα τα καταστήματα
      γενική του καταστήματος των καταστημάτων
    αιτιατική το κατάστημα τα καταστήματα
     κλητική κατάστημα καταστήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατάστημα τυροκομικών στο Μέτσοβο
Κοινοτικό Κατάστημα Τρικερίου Μαγνησίας

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατάστημα < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κατάστημα < ελληνιστική κοινή κατάστημα[1]. Σημασία 1: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική établissement de commerce. Σημασία 2: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική établissement.[2][3]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈta.sti.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κατάστημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κατάστημα ουδέτερο

  1. ο χώρος ή το κτήριο όπου στεγάζει τις δραστηριότητές του ένας επαγγελματίας, έμπορος ή μία εταιρεία ώστε να έρχεται σε επαφή με τους πελάτες, να εκθέτει τα προς πώληση προϊόντα και να εκτελεί συναλλαγές
      Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της οδού Αγίας Σοφίας, όπου οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έβλεπαν με καλό μάτι το διπλοπαρκάρισμα, καθώς θεωρούσαν –λανθασμένα– ότι αυτό ευνοούσε την κατανάλωση στα καταστήματά τους. (Λεωνίδας Μακρής, Άρης Δημοκίδης, Γιάννης Μπουτάρης: Η πολιτική αλλιώς, εκδ. Πατάκης, 2025)
      Με «νεκρή πόλη» εξακολουθεί να μοιάζει η Πλάκα, καθώς, παρά το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων πριν ακριβώς από ένα μήνα και της επαναλειτουργίας των καταστημάτων εστίασης από τις 25 Μαΐου, πολλές επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές, ενώ οι περισσότερες από όσες λειτουργούν βλέπουν τον τζίρο τους να είναι μειωμένος πάνω από 75%. (Δήμητρα Μανιφάβα, «Νεκρή» η Πλάκα χωρίς τουρίστες, SOS εκπέμπουν τα καταστήματα, εφημ. Καθημερινή, 12 Ιουνίου 2020)
     συνώνυμα: μαγαζί
  2. το κτήριο όπου στεγάζεται μόνιμα μια δημόσια υπηρεσία, ένα κοινωφελές ίδρυμα, μια τράπεζα, ένας οργανισμός κ.λπ.
    παράδειγμα  κεντρικό κατάστημα ταχυδρομείου

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κατάστημα -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  2. κατάστημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. κατάστημα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ κατάστημα τὰ καταστήματα
      γενική τοῦ καταστήματος τῶν καταστημάτων
      δοτική τῷ καταστήματι τοῖς καταστήμασι(ν)
    αιτιατική τὸ κατάστημα τὰ καταστήματα
     κλητική ! κατάστημα καταστήματα
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατάστημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάστημα[1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: κατάστημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κατάστημα ουδέτερο

  1. εγκατάσταση, τόπος διαμονής
  2. ενέργεια ίσως εχθρική
  3. κατάσταση (καιρού)
  4. άθροισμα ποσού

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κατάστημα -  Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ κατάστημᾰ τὰ καταστήμᾰτ
      γενική τοῦ καταστήμᾰτος τῶν καταστημᾰ́των
      δοτική τῷ καταστήμᾰτ τοῖς καταστήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ κατάστημᾰ τὰ καταστήμᾰτ
     κλητική ! κατάστημᾰ καταστήμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καταστήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  καταστημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατάστημα < καθίστημι

κατάστημα ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

  1. κατάσταση (καιρού, ψυχική κ.λπ.)
  2. συμπεριφορά

Απόγονοι

[επεξεργασία]