υποκατάστημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.po.kaˈta.sti.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πο‐κα‐τά‐στη‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποκατάστημα ουδέτερο
- δευτερεύον κατάστημα που εξαρτάται από το κύριο ή το κεντρικό κατάστημα
- ※ Τα περισσότερα υποκαταστήματα της περιοχής της πρωτεύουσας είχαν συνδεθεί με το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας, ώστε η κατάθεση, η ανάληψη ή η ενημέρωση του βιβλιαρίου να γίνονται σε σύντομο χρόνο. (Αργυρώ Αγγελοπούλου, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος: ένα Χρονικό, 2002, σελ. 112)