Laden

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Laden die Läden
γενική des Ladens der Läden
δοτική dem Laden den Läden
αιτιατική den Laden die Läden

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlaːdn̩/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Laden (de) αρσενικό

  1. το μαγαζί, το κατάστημα
  2. το παντζούρι