μαγαζί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μαγαζί | τα | μαγαζιά |
| γενική | του | μαγαζιού | των | μαγαζιών |
| αιτιατική | το | μαγαζί | τα | μαγαζιά |
| κλητική | μαγαζί | μαγαζιά | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαγαζί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαγαζί
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ma.ɣaˈzi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μα‐γα‐ζί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαγαζί ουδέτερο
- εμπορικό κατάστημα, οικοδόμημα που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα
- ※ «Που αγόρασες το πουκάμισο είπες;» / «Σε ένα μαγαζί». / «Και ποιός σ' το πούλησε εκεί; Ο ιδιοκτήτης, ο μαγαζάτορας;» (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης: Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
- ※ τό μαγαζί ἄδειασε ἀπό πελάτες, οἱ ὑπάλληλοι πῆγαν στο παραμάγαζο νά φᾶν (Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης: Διηγήματα-Νουβέλες, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας, 2000, σελ. 52)
- ≈ συνώνυμα: κατάστημα (πιο επίσημο)
- και δείτε άλλες σημασίες στον πληθυντικό μαγαζιά
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- → δείτε τον πληθυντικό μαγαζιά
Συγγενικά
[επεξεργασία]- Μαγαζιά (τοπωνύμιο)
Σύνθετα
[επεξεργασία]Όροι που λήγουν σε -μάγαζο — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μαγαζί - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μαγαζί - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαγαζί ουδέτερο
- (αρχική σημασία) αποθήκη
- ≈ συνώνυμα: μαγαζένι(ν) (ουδέτερο), μαγαζές (αρσενικό)
- εργαστήριο
- όπως το νεοελληνικό μαγαζί, κατάστημα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- μαγαζίν
- μαγαζίον
- μαγατζί (πληθυντικός: μαγατζά)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μαγαζί - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ مخزن#Arabic στο αγγλικό Βικιλεξικό για τις μεταγραφές και τις προφορές
Πηγές
[επεξεργασία]- μαγαζί - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- μαγαζίον - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδί' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)