μαγαζί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγαζί μαγαζιά
γενική μαγαζιού μαγαζιών
αιτιατική μαγαζί μαγαζιά
κλητική μαγαζί μαγαζιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαγαζί < αραβική مخازن' (maχáːzin)), πληθυντικός του مخزن (máχzan)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μαγαζί ουδέτερο

  • εμπορικό κατάστημα, κτήριο που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα

Εκφράσεις[]

  • τα μαγαζιά σου είναι ανοιχτά: το φερμουάρ του παντελονιού σου είναι ανοιχτό

32πχ Μεταφράσεις[]