Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαγαζί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαγαζί τα μαγαζιά
      γενική του μαγαζιού των μαγαζιών
    αιτιατική το μαγαζί τα μαγαζιά
     κλητική μαγαζί μαγαζιά
Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μαγαζί στους Δελφούς

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαγαζί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαγαζί

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ma.ɣaˈzi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μαγαζί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαγαζί ουδέτερο

  1. εμπορικό κατάστημα, οικοδόμημα που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα
      «Που αγόρασες το πουκάμισο είπες;» / «Σε ένα μαγαζί». / «Και ποιός σ' το πούλησε εκεί; Ο ιδιοκτήτης, ο μαγαζάτορας (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης: Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
      τό μαγαζί ἄδειασε ἀπό πελάτες, οἱ ὑπάλληλοι πῆγαν στο παραμάγαζο νά φᾶν (Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης: Διηγήματα-Νουβέλες, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας, 2000, σελ. 52)
     συνώνυμα: κατάστημα (πιο επίσημο)
  2. και δείτε άλλες σημασίες στον πληθυντικό μαγαζιά

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Όροι που λήγουν σε -μάγαζο  Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαγαζί < (άμεσο δάνειο) βενετική magasín (ανατολική βενετική, στα ιταλικά magazzino) < αραβική مَخَازِن (maḵāzin προφορά: /maxa.zin/), πληθυντικός του مَخْزَن (maḵzan, αποθήκη, προφορά: /max.zan/)[1][2] < خَزَنَ (ḵazana, αποθηκεύω) < ρίζα خ ز ن (ḵ-z-n)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: μαγαζί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαγαζί ουδέτερο

  1. (αρχική σημασία) αποθήκη
     συνώνυμα: μαγαζένι(ν) (ουδέτερο), μαγαζές (αρσενικό)
  2. εργαστήριο
  3. όπως το νεοελληνικό μαγαζί, κατάστημα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μαγαζί - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. مخزن#Arabic στο αγγλικό Βικιλεξικό για τις μεταγραφές και τις προφορές