Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρίζα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ῥίζα, ριζά

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ρίζα οι ρίζες
      γενική της ρίζας των ριζών
    αιτιατική τη ρίζα τις ρίζες
     κλητική ρίζα ρίζες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μερικές ρίζες του δέντρου φαίνονται και πάνω από το έδαφος
το σύμβολο της τετραγωνικής ρίζας ενός αριθμού

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ρίζα < Οι σημασίες «μέρος φυτού», «πηγή, αιτία», «καταγωγή», «κατώτερο μέρος» < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥίζα. Οι ειδικές σημασίες στην γλωσσολογία, μαθηματικά και χημεία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ῥίζα < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική racine και γερμανική Wurzel[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɾi.za/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ρίζα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ρίζα θηλυκό

  1. (βοτανική) το μέρος φυτού που είναι ριζωμένο στο χώμα
    παράδειγμα  Μερικά λαχανικά, όπως το καρότο, είναι ρίζες και όχι καρποί.
  2. (μεταφορικά) η πηγή, η αιτία αρνητικού φαινομένου ή προβλήματος
    παράδειγμα  Την ρίζα του προβλήματος την ξέρουμε όλοι.
  3. (μεταφορικά, συνήθως στον πληθυντικό) η καταγωγή, ως ενωτικό στοιχείο με το παρελθόν
    παράδειγμα  Έχει ρίζες στην Μικρά Ασία.
    παράδειγμα  Αυτή η παράδοση έχει τις ρίζες της στον 12ο αιώνα.
    παράδειγμα  Πολλοί αναζητούν μια επιστροφή στις ρίζες τους.
     συνώνυμα: αίμα, γενιά, φύτρα, προέλευση
    1. (κατ’ επέκταση) σχέσεις, δεσμοί, αισθήματα που δένουν κάποιον σε έναν τόπο
      παράδειγμα  Έβγαλε ρίζες στο εξωτερικό και δεν λέει να γυρίσει εδώ παρά για λίγο.
  4. (μεταφορικά) το κατώτερο μέρος
    παράδειγμα  ρίζα δοντιού
     συνώνυμα: βάση
    1. (στον πληθυντικό, για βουνό) οι πρόποδες
      παράδειγμα  Το χωριό βρίσκεται στις ρίζες του βουνού.
       συνώνυμα: παρώρεια, ριζά, ριζόβουνο
  5. (γλωσσολογία) το αρχικό και αμετάβλητο μέρος μιας λέξης από το οποίο μπορούν να παράγονται πολλά θέματα
    παράδειγμα  Το αρχικό τμήμα γραφ-, που απ' αυτό παράγονται με ποικίλους μορφοφωνολογικούς κανόνες όλες οι λέξεις της ομάδας αυτής, λέγεται ρίζα.
  6. (μαθηματικά) αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή μιας συνάρτησης
    παράδειγμα  Μια συνάρτηση μπορεί να μην έχει καμία ρίζα.
  7. (μαθηματικά, ειδικότερα) αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή της συνάρτησης χ στην νιοστήν)
    παράδειγμα  Η τετραγωνική ρίζα του δύο είναι άρρητος αριθμός.
    παράδειγμα  Η τρίτη ρίζα του 9 είναι το 3.
    παράδειγμα  η τετραγωνική ρίζα του x συμβολίζεται απλά με: .
  8. (χημεία) ομάδα ατόμων που δεν υφίσταται μεταβολή στην διάρκεια μιας χημικής αντίδρασης
    παράδειγμα  Η νιτρική ρίζα (NO-3) αποτελείται από ένα άτομο αζώτου και τρία άτομα οξυγόνου και είναι φορτισμένη αρνητικά.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε  Όροι με ριζα  Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ρίζα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ρίζα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • ρίζα -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)