ρίζα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ρίζα | οι | ρίζες |
| γενική | της | ρίζας | των | ριζών |
| αιτιατική | τη | ρίζα | τις | ρίζες |
| κλητική | ρίζα | ρίζες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ρίζα < Οι σημασίες «μέρος φυτού», «πηγή, αιτία», «καταγωγή», «κατώτερο μέρος» < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥίζα. Οι ειδικές σημασίες στην γλωσσολογία, μαθηματικά και χημεία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ῥίζα < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική racine και γερμανική Wurzel[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɾi.za/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ρί‐ζα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ρίζα θηλυκό
- (βοτανική) το μέρος φυτού που είναι ριζωμένο στο χώμα
Μερικά λαχανικά, όπως το καρότο, είναι ρίζες και όχι καρποί.
- (μεταφορικά) η πηγή, η αιτία αρνητικού φαινομένου ή προβλήματος
Την ρίζα του προβλήματος την ξέρουμε όλοι.
- (μεταφορικά, συνήθως στον πληθυντικό) η καταγωγή, ως ενωτικό στοιχείο με το παρελθόν
- (μεταφορικά) το κατώτερο μέρος
- (γλωσσολογία) το αρχικό και αμετάβλητο μέρος μιας λέξης από το οποίο μπορούν να παράγονται πολλά θέματα
Το αρχικό τμήμα γραφ-, που απ' αυτό παράγονται με ποικίλους μορφοφωνολογικούς κανόνες όλες οι λέξεις της ομάδας αυτής, λέγεται ρίζα.
- (μαθηματικά) αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή μιας συνάρτησης
Μια συνάρτηση μπορεί να μην έχει καμία ρίζα.
- (μαθηματικά, ειδικότερα) αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή της συνάρτησης χ στην νιοστή (χν)
Η τετραγωνική ρίζα του δύο είναι άρρητος αριθμός.
Η τρίτη ρίζα του 9 είναι το 3.
η τετραγωνική ρίζα του x συμβολίζεται απλά με: .
- (χημεία) ομάδα ατόμων που δεν υφίσταται μεταβολή στην διάρκεια μιας χημικής αντίδρασης
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ δείτε Όροι με ριζα — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τμήμα φυτού
|
προέλευση λέξης
μαθηματικός όρος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ρίζα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ρίζα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)