Μετάβαση στο περιεχόμενο

radical

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός radical
συγκριτικός more radical
υπερθετικός most radical

radical (en)

  1. ριζικός, που γίνεται από τις ρίζες· που είναι πλήρης και ολοκληρωτικός
    παράδειγμα  A bold politician can make radical reforms.
    Ένας τολμηρός πολιτικός μπορεί να κάνει ριζικές μεταρρυθμίσεις.
  2. ριζικός, που είναι νέος, διαφορετικός και πιθανόν να έχει μεγάλο αποτέλεσμα
    παράδειγμα  It’s a radical solution to the problem.
    Είναι μια ριζική λύση στο πρόβλημα.
  3. ριζοσπαστικός, που επιδιώκει ριζική και άμεση μεταβολή των καθιερωμένων και παγιωμένων κοινωνικών θεσμών
    παράδειγμα  a radical party - ριζοσπαστικό κόμμα
    παράδειγμα  a radical social program - ριζοσπαστικό κοινωνικό πρόγραμμα
    παράδειγμα  His radical views angered conservatives.
    Οι ριζοσπαστικές του απόψεις προκάλεσαν την οργή των συντηρητικών.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
radical radicals

radical (en)

  1. ο ριζοσπάστηςριζοσπάστρια, ο ριζοσπαστικόςριζοσπαστική
    παράδειγμα  the party of radicals - το κόμμα των ριζοσπαστών
  2. (χημεία) η ρίζα
  3. (γλωσσολογία) ριζικός χαρακτήρας (μέρος ενός χαρακτήρα σε γλώσσες όπως τα κινέζικα)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό radical radicaux
θηλυκό radicale radicales

radical (fr)

  1. ριζοσπαστικός
  2. ριζικός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

radical (fr)