ριζικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ῥιζικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ριζικός ριζική ριζικό
γενική ριζικού ριζικής ριζικού
αιτιατική ριζικό ριζική ριζικό
κλητική ριζικέ ριζική ριζικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ριζικοί ριζικές ριζικά
γενική ριζικών ριζικών ριζικών
αιτιατική ριζικούς ριζικές ριζικά
κλητική ριζικοί ριζικές ριζικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ριζικός < ελληνιστική κοινή ῥιζικός < αρχαία ελληνική ῥίζα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾi.zi.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ριζικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τη ρίζα, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
  2. (μεταφορικά) ολοκληρωτικός, εκ βάθρων, πλήρης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]