ολοκληρωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ολοκληρωτικός ολοκληρωτική ολοκληρωτικό
γενική ολοκληρωτικού ολοκληρωτικής ολοκληρωτικού
αιτιατική ολοκληρωτικό ολοκληρωτική ολοκληρωτικό
κλητική ολοκληρωτικέ ολοκληρωτική ολοκληρωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ολοκληρωτικοί ολοκληρωτικές ολοκληρωτικά
γενική ολοκληρωτικών ολοκληρωτικών ολοκληρωτικών
αιτιατική ολοκληρωτικούς ολοκληρωτικές ολοκληρωτικά
κλητική ολοκληρωτικοί ολοκληρωτικές ολοκληρωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολοκληρωτικός < ολοκληρώνω + -τικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.lɔ.kli.ɾɔ.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ολοκληρωτικός, -ή, -ό

  1. που αφορά κάτι στο σύνολό του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]