ολόκληρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολόκληρος < αρχαία ελληνική ὁλόκληρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ολόκληρος αρσενικό (πληθυντικός ολόκληροι)

  1. όλος, σε αντιδιαστολή προς εκείνο που ίσως του λείπει ένα κομμάτι ή για έμφαση
    Ολόκληρο το άρθρο (χωρίς περικοπές)
    Βάλε ένα ολόκληρο κρεμμύδι
    Είμαι ολόκληρος / όλος στη διάθεσή σου (απερίσπαστος, όχι με το μισό μυαλό μου σε άλλα ζητήματα)
  2. (μεταφορικά) δυσανάλογος προς κάτι, όταν θέλει κάποιος να υπογραμμιστεί η υπερβολή σε σχέση με το αναμενόμενο ή μια σημαντική διαφορά σε κάποια μεγέθη (όγκου, κατάταξης στην κοινωνική ιεραρχία κ.λπ.)
    Εφαγε ένα ολόκληρο αρνί στην καθισιά του!
    Έλα τώρα που θα κινήσεις ολόκληρη διαδικασία για μια γελοία υπόθεση -ξέχνα το
    Πώς καταδέχτηκες να τσακωθείς με ένα παιδάκι ολόκληρος άνθρωπος;! (:κοτζάμ άνθρωπος)
    'Εδωσες μια ολόκληρη περιουσία για ένα φόρεμα;!!!
    Ολόκληρη πλαζ υπάρχει κυρία μου, αν σας πειράζει ο σκύλος μας γιατί απλώσατε την πετσέτα σας δίπλα μας;

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]