ανολοκλήρωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανολοκλήρωτος ανολοκλήρωτη ανολοκλήρωτο
γενική ανολοκλήρωτου ανολοκλήρωτης ανολοκλήρωτου
αιτιατική ανολοκλήρωτο ανολοκλήρωτη ανολοκλήρωτο
κλητική ανολοκλήρωτε ανολοκλήρωτη ανολοκλήρωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανολοκλήρωτοι ανολοκλήρωτες ανολοκλήρωτα
γενική ανολοκλήρωτων ανολοκλήρωτων ανολοκλήρωτων
αιτιατική ανολοκλήρωτους ανολοκλήρωτες ανολοκλήρωτα
κλητική ανολοκλήρωτοι ανολοκλήρωτες ανολοκλήρωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανολοκλήρωτος < αν- + ολοκληρώ(νω) + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανολοκλήρωτος, -η, -ο

  • που δεν έχει ολοκληρωθεί
    Ξεκίνησε μια συζήτηση με τον φίλο του, αλλά δεν είχαν αρκετό χρόνο και η συζήτηση έμεινε ανολοκλήρωτη.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]