ολοκληρώνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολοκληρώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ολοκληρώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ολοκληρώνομαι, παθητική μετοχή: ολοκληρωμένος

  1. για μια πράξη, εργασία ή διαδικασία που έφτασε στο τέλος της
    η εργασία μου ολοκληρώθηκε και βρίσκεται στο τυπογραφείο
  2. φτάνω στο σημείο όπου η προσωπικότητά μου και οι δεξιότητες, ικανότητες, αρετές μου κλπ έχουν αναπτυχθεί στον ανώτερο βαθμό, ωριμάζω
    όταν απέκτησε το πρώτο του παιδί θεώρησε ότι ολοκληρώθηκε
    ολοκληρώθηκε ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]