ωριμάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωριμάζω < ελληνιστική κοινή ὡριμάζω < αρχαία ελληνική ὥριμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ɾi.ˈma.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ωριμάζω

  1. (αμετάβατο) (για φρούτο ή λαχανικό) αποκτώ την τελική μου μορφή (μέγεθος, χρώμα κλπ)
    τα μήλα στην αυλή μας ωριμάζουν τώρα, πάρε μερικά μαζί σου αν θες
  2. (αμετάβατο) (για άνθρωπο) αποκτώ τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες που μου επιτρέπουν να φέρομαι και να λειτουργώ ως ενήλικος στην κοινωνία
    αυτό το παιδί δεν λέει να ωριμάσει ποτέ, θυμώνει και βάζει τις φωνές με το παραμικρό
  3. (αμετάβατο) (για άνθρωπο ή ζώο) μεγαλώνω, γίνομαι ενήλικος
    οι γάτες ωριμάζουν μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο
  4. (αμετάβατο) (για συνθήκες, καταστάσεις κλπ) φτάνω σε κατάλληλο στάδιο ώστε να γίνει κάτι (συνήθως επιθυμητό)
    οι συνθήκες έχουν πια ωριμάσει για την εκλογή ενός μαύρου στην προεδρία των ΗΠΑ
  5. (μεταβατικό) κάνω κάποιον ή κάτι να ωριμάσει
    ο ήλιος ωριμάζει τα σταφύλια

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]