τελικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : τελικώς, τελικῶς

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τελικός τελική τελικό
γενική τελικού τελικής τελικού
αιτιατική τελικό τελική τελικό
κλητική τελικέ τελική τελικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τελικοί τελικές τελικά
γενική τελικών τελικών τελικών
αιτιατική τελικούς τελικές τελικά
κλητική τελικοί τελικές τελικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελικός < αρχαία ελληνική τελικός < τέλος + -ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɛ.li.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /tɛ.li.ˈki/ θηλυκό
ΔΦΑ : /tɛ.li.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τελικός , -ή , -ό

  1. που είναι στο τέλος, ο τελευταίος
    Έφαγε το τελικό χτύπημα.
    Αυτή είναι η τελική έκδοση του εγγράφου που θα υποβάλω.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τελικός αρσενικό

  1. (σε αθλήματα) ο τελευταίος αγώνας που θα κρίνει τον πρώτο από τον δεύτερο
    αύριο είναι ο τελικός του κυπέλλου

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]