ωρίμανση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωρίμανση ωριμάνσεις
γενική ωρίμανσης
& ωριμάνσεως
ωριμάνσεων
αιτιατική ωρίμανση ωριμάνσεις
κλητική ωρίμανση ωριμάνσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωρίμανση < ωρίμαση με προσθήκη ενός ευφωνικού ν από τους λόγιους (κατ' αναλογία προς το γήρανση) < ωριμάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωρίμανση θηλυκό

  1. η διαδικασία της τελικής φάσης της ανάπτυξης, η πορεία προς την ολοκλήρωση της ανάπτυξης σε ζωικούς ή φυτικούς οργανισμούς
  2. το μέστωμα, η ωριμότητα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]