ωριμότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωριμότητα ωριμότητες
γενική ωριμότητας ωριμοτήτων
αιτιατική ωριμότητα ωριμότητες
κλητική ωριμότητα ωριμότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωριμότητα < ὡριμότης στην καθαρεύουσα < ελληνιστική κοινή ὡριμότης < αρχαία ελληνική ὥριμος < ὡραῖος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ɾi.ˈmɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωριμότητα θηλυκό (δόκιμο στον ενικό)

  1. η ιδιότητα του πλήρως ανεπτυγμένου πράγματος ή ατόμου
  2. (μεταφορικά) η πνευματική εξέλιξη και συγκρότηση
  3. η υπευθυνότητα, η σοβαρότητα, η συνέπεια, η επιδεξιότητα κι άλλες θετικές αξίες στο σύνολό τους
  4. (μεταφορικά) η πλήρης σωματική, ψυχική, συναισθηματική και ιδιολογική ανάπτυξη, η οποία συμπορεύεται με το πέρασμα της ηλικίας και την απόκτηση εμπειριών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]