ὥριμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ὥριμος (γενικη: του ὡρίμου)



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ὥριμος τὸ ὥριμον οἱ, αἱ ὥριμοι τὰ ὥριμα
Γενική τοῦ, τῆς ὡρίμου τοῦ ὡρίμου τῶν ὡρίμων τῶν ὡρίμων
Δοτική τῷ, τῇ ὡρίμῳ τῷ ὡρίμῳ τοῖς, ταῖς ὡρίμοις τοῖς ὡρίμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ὥριμον τὸ ὥριμον τοὺς, τὰς ὡρίμους τὰ ὥριμα
Κλητική ὥριμε ὥριμον ὥριμοι ὥριμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὡρίμω
Γενική-Δοτική ὡρίμοιν


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὥριμος < ὥρα

Επίθετο[επεξεργασία]

ὥριμος,ος,ον (υπερθετικός ὡριμώτατος)

  1. ώριμος, στην ώρα του
    • ὥριμος καρπός, κριθή
  2. το ουδέτερο τὸ ὥριμον (πιθανόν και ως ουσιαστικό) : το άνθος της ηλικίας