ὥριμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὥριμος (γενικη: του ὡρίμου)



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ὥριμος τὸ ὥριμον οἱ, αἱ ὥριμοι τὰ ὥριμα
Γενική τοῦ, τῆς ὡρίμου τοῦ ὡρίμου τῶν ὡρίμων τῶν ὡρίμων
Δοτική τῷ, τῇ ὡρίμῳ τῷ ὡρίμῳ τοῖς, ταῖς ὡρίμοις τοῖς ὡρίμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ὥριμον τὸ ὥριμον τοὺς, τὰς ὡρίμους τὰ ὥριμα
Κλητική ὥριμε ὥριμον ὥριμοι ὥριμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὡρίμω
Γενική-Δοτική ὡρίμοιν


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὥριμος < ὥρα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὥριμος,ος,ον (υπερθετικός ὡριμώτατος)

  1. ώριμος, στην ώρα του
    • ὥριμος καρπός, κριθή
  2. το ουδέτερο τὸ ὥριμον (πιθανόν και ως ουσιαστικό) : το άνθος της ηλικίας