ὥρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὤρα, ώρα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὥρα ὥρα ὧραι
Γενική ὥρας ὥραιν ὡρῶν
Δοτική ὥρ ὥραιν ὥραις
Αιτιατική ὥραν ὥρα ὥρας
Κλητική ὥρα ὥρα ὧραι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ὥρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *yōr-ā

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ὥρα θηλυκό ( & ιωνικός τύπος ὥρη)

  1. εποχή του έτους
  2. το έτος
    τῆς ὥρης μέσον θέρος
  3. έμμεσα το κλίμα μιας χώρας, από την κανονικότητα και την ομορφιά των εποχών του
    τὰς ὥρας κάλλιστα κεκρημένας (ωραίο κλίμα, με τις εποχές του να θεωρούνται άριστες)
  4. ώρα, περίοδος χρονική
    ὥρα νυκτός
    αἱ ὧραι τῆς ἡμέρας
    τῆς ὥρας μικρὸν πρὸ δύντος ἡλίου (Ξενοφών)
    τὰ δυώδεκα μέρεα τῆς ἡμέρης παρὰ Βαβυλωνίων ἔμαθον οἱ Ἕλληνες (Ηρόδοτος)
    ἡμέρα ἡ . . δωδεκάωρος, τουτέστιν ἡ ἀπὸ ἀνατολῆς μέχρι δύσεως
    μετὰ ἱκανὴν ὥραν τοῦ κατενεχθῆναι τὸν πέλεκυν ἐξακούεται ἡ τῆς πληγῆς φωνή (μετά από πολλή ώρα...)
  5. η κατάλληλη στιγμή για κάτι
    ώρα καθεύδειν (για ύπνο)/ώρα ἀπιέναι (ώρα να πηγαίνουμε), ώρα γάμου, ὥρα ἐστίν (είναι ώρα να...)

Plume ombre.png Κλίση[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]