ὡραῖος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ωραίος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὡραῖος ὡραία ὡραῖον ὡραῖοι ὡραῖαι ὡραῖα
Γενική ὡραίου ὡραίας ὡραίου ὡραίων ὡραίων ὡραίων
Δοτική ὡραίῳ ὡραίᾳ ὡραίῳ ὡραίοις ὡραίαις ὡραίοις
Αιτιατική ὡραῖον ὡραίαν ὡραῖον ὡραίους ὡραίας ὡραῖα
Κλητική ὡραῖε ὡραία ὡραῖον ὡραῖοι ὡραῖαι ὡραῖα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὡραίω ὡραία
Γενική-Δοτική ὡραίοιν ὡραίαιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὡραῖος < ὥρα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὡραῖος, -α, -ον (παραθετικά, μεταξύ άλλων και το ανώμαλο ὡραιέστατος)

  1. που παράγεται την κατάλληλη εποχή (π.χ. για καρπούς)
  2. που είναι ώριμος και κατάλληλος για κατανάλωση (φρούτα αλλά και ζώα και ψάρια)
  3. που συμβαίνει τον αναμενόμενο χρόνο, τον κατάλληλο χρόνο, όταν είναι ώριμος, έτοιμος (για κάτι)
    γάμου ὡραῖαι - θάνατος ὡραῖος (στην ώρα του, για ηλικιωμένο)
  4. που βρίσκεται στο άνθος της ηλικίας του
    ὡραῖος δὲ γυναῖκα τεὸν ποτὶ οἶκον ἄγεσθαι, μήτε τριηκόντων ἐτέων μάλα πόλλ᾽ ἀπολείπων μήτ᾽ ἐπιθεὶς μάλα πολλά: γάμος δέ τοι ὥριος οὗτος: ἡ δὲ γυνὴ τέτορ᾽ ἡβώοι, πέμπτῳ δὲ γαμοῖτο. (:να παίρνει κάποιος γυναίκα στο σπίτι στην ακμή του, ούτε να του μένουν πολλά χρόνια μέχρι τα τριάντα ούτε να τα έχει περάσει πολύ, αυτή είναι η κατάλληλη ηλικία για γάμο. Η δε γυναίκα να έχει τέσσερα χρόνια που μπήκε στην εφηβεία και να παντρεύεται τον πέμπτο) (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι)
  5. όμορφος (με σαφή έως και αποκλειστική ίσως την έννοια του όμορφου η λέξη φαίνεται να αρχίζει να χρησιμοποιείται από τα χριστιανικά χρόνια και μετά γιατί στις αρχές της ελληνιστικής εποχής δεν ήταν ακόμα συνώνυμο της ομορφιάς)
    • ἄνευ κάλλους ὡραῖοι (Αριστοτέλης, Ρητ.)
  6. το ὡραῖον (ως ουσιαστικοπουμένο επίθετο): η κατάλληλη εποχή
    • ὅτε ὡραῖον εἴη (:όταν το επέτρεπε ο καιρός, η εποχή, όταν ήταν η κατάλληλη εποχή)
  7. ο πληθ. του ουδετέρου τα ὡραῖα (ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο): τα φρούτα εποχής αλλά και η πρώτη περίοδος των κοριτσιών
  8. ἡ ὡραία (ως ουσιαστικοπουμένο επίθετο) : η εποχή της συγκομιδής, συγκεκριμένα οι 20 μέρες πριν και μετά την ανατολή του Σείριου ή του Μεγάλου Κυνός (τότε πιθανόν στα μέσα Ιουνίου)
    • μίμνει ἐς ὡραίην (: μέχρι τη συγκομιδή)
  9. (ουσιαστικοπουμένο επίθετο) ἡ ὡραία : η περίοδος, ίσως η περίοδος του καλοκαιριού συγκεκριμένα
    • '... ἀκούω Λακεδαιμονίους τότε καὶ πάντας τοὺς ἄλλους, τέτταρας μῆνας ἢ πέντε, τὴν ὡραίαν αὐτήν, ἐμβαλόντας ἂν καὶ κακώσαντας τὴν χώραν... (: πληροφορούμαι ότι οι Λακεδαιμόνιοι όπως και όλοι οι άλλοι, εισέβαλαν και κατέστρεφαν τη χώρα κατά τους τέσσερεις ή πέντε μήνες της (καλοκαιρινής) περιόδου ...)
    • τὴν μὲν ὡραίην οὐκ ὕει (: δεν βρέχει την εποχή αυτή <ίσως καλοκαίρι ή άνοιξη>)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: ὡραῖον, ὡραῖα, ὡραία ως ουσιαστικά