περίοδος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | περίοδος | οι | περίοδοι |
| γενική | της | περιόδου | των | περιόδων |
| αιτιατική | την | περίοδο | τις | περιόδους |
| κλητική | περίοδε | περίοδοι | ||
| Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περίοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περίοδος < περί- + ὁδός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /peˈɾi.o.ðos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πε‐ρί‐ο‐δος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]περίοδος θηλυκό
- διάστημα χρόνου με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό
- ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
- η έμμηνος ρύση, αδιαθεσία, βλέπε εμμηνόρροια
- (γραμματική) το τμήμα ενός κειμένου ανάμεσα σε δύο τελείες
- (φυσική) το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να ολοκληρωθεί μία πλήρης ταλάντωση
- (χημεία) μία σειρά στον περιοδικό πίνακα των στοιχείων.
- (μουσική) σύνολο διαδοχικών μουσικών φράσεων που δημιουργούν ολοκληρωμένη μουσική εντύπωση
Συγγενικά
[επεξεργασία]- απεριοδικός
- ημιπερίοδος
- μακροπερίοδος
- περιοδεία
- περιοδεύον, (το) (στρατιωτικός όρος)
- περιοδευτικός
- περιοδεύω
- περιοδεύων
- περιοδικό
- περιοδικός
- περιοδικότητα
- περιοδολόγηση
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περίοδος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- περίοδος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- περίοδος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | περίοδος | αἱ | περίοδοι |
| γενική | τῆς | περιόδου | τῶν | περιόδων |
| δοτική | τῇ | περιόδῳ | ταῖς | περιόδοις |
| αιτιατική | τὴν | περίοδον | τὰς | περιόδους |
| κλητική ὦ! | περίοδε | περίοδοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | περιόδω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | περιόδοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
περίοδος θηλυκό
- κύκλωση, περικύκλωση
- περιφέρεια
περίοδος λίμνης
ἡ τοῦ τρίποδος περίοδος
- (μεταφορικά) περιοδική επανάληψη:
- χρόνου, γεγονότων, σκέψης
περίοδος χιλιετής (Πλάτων, Φαίδρος)
- σειράς υπηρεσιακών λειτουργών
- (αστρονομία) φάσεων
ἀστέρος κυκλικὴ περίοδος
- (ιατρική) εμμηνόρροιας
ὁ ἐκ περιόδου πυρετός
- χρόνου, γεγονότων, σκέψης
- χάρτης της Γης
γῆς περίοδος
- (γραμματική, ρητορική, μουσική) ολοκληρωμένη πρόταση
- ※ ορισμός του Αριστοτέλη, Ρητορική, 1409b @greek-language-gr)
- λέγω δὲ περίοδον λέξιν ἔχουσαν ἀρχὴν καὶ τελευτὴν αὐτὴν καθ᾽ αὑτὴν καὶ μέγεθος εὐσύνοπτον
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | περίοδος | οἱ | περίοδοι |
| γενική | τοῦ | περιόδου | τῶν | περιόδων |
| δοτική | τῷ | περιόδῳ | τοῖς | περιόδοις |
| αιτιατική | τὸν | περίοδον | τοὺς | περιόδους |
| κλητική ὦ! | περίοδε | περίοδοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | περιόδω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | περιόδοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
περίοδος αρσενικό
- (για στρατιώτη) αυτός που περιπολεί
Συγγενικά
[επεξεργασία](πολλά στην (ελληνιστική κοινή))
- μακροπεριοδεύτως
- μακροπερίοδος
- περιοδεία
- περιοδεύσιμος
- περιόδευσις
- περιοδευτικός
- περιοδεύω
- περιοδεύων
- περιοδικός
- περιοδικῶς
- Λέξεις με περιοδ- @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Πηγές
[επεξεργασία]- περίοδος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- περίοδος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- περίοδος@perseus.tufts.edu - LSJ ανεύρ:2018.07.16.)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άμπελος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα περί- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα περί- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αστρονομία (αρχαία ελληνικά)
- Ιατρική (αρχαία ελληνικά)
- Γραμματική (αρχαία ελληνικά)
- Μουσική (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)