περίοδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περίοδος περίοδοι
γενική περιόδου περιόδων
αιτιατική περίοδο περιόδους
κλητική περίοδε περίοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περίοδος < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɛ.ˈɾi.ɔ.ðɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περίοδος θηλυκό

  1. διάστημα χρόνου με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό
  2. η έμμηνος ρύση
  3. (γραμματική) το τμήμα ενός κειμένου ανάμεσα σε δύο τελείες
  4. (φυσική) το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να ολοκληρωθεί μία πλήρης ταλάντωση
  5. (χημεία) μία σειρά στον περιοδικό πίνακα των στοιχείων.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]