εμμηνόρροια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμμηνόρροια -
γενική εμμηνόρροιας -
αιτιατική εμμηνόρροια -
κλητική εμμηνόρροια -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εμμηνόρροια < νεολατινική menorrhoea (έμμηνος + -ρoία < ῥέω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.mi.ˈnɔ.ɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εμμηνόρροια θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]