menstruacja

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική menstruacja menstruacje
γενική menstruacji menstruacji(/menstruacyj)
δοτική menstruacji menstruacjom
αιτιατική menstruac menstruacje
οργανική menstruac menstruacjami
τοπική menstruacji menstruacjach
κλητική menstruacjo menstruacje

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

menstruacja (pl) αρσενικό

  1. (φυσιολογία) η εμμηνόρροια

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]