μήν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : μην

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική μήν μῆνε μῆνες
Γενική μηνός μηνοῖν μηνῶν
Δοτική μηνί μηνοῖν μησί(ν)
Αιτιατική μῆν μῆνε μῆνᾰς
Κλητική μήν μῆνε μῆνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μήν < πρωτοελληνική *méns < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mḗh₁n̥s < *meh₁- (μετρώ). Συγγενές με τα (λατινικά) mensis, (αγγλικά) moon, month

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μήν αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]