Μετάβαση στο περιεχόμενο

moon

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
moon moons

moon (en)

  1. (μόνο ενικός, συνήθως the moon ή the Moon) η σελήνη, το φεγγάρι της Γης
    παράδειγμα  Part of the sunlight which falls on the Moon is reflected back to the Earth.
    Ένα μέρος του ηλιακού φωτός που πέφτει στη Σελήνη αντανακλάται στη γη.
    παράδειγμα  The moon is waxing/waning.
    Το φεγγάρι είναι στη γέμιση/στη χάση του.
  2. (μόνο ενικός) η σελήνη, το φεγγάρι, όπως εμφανίζεται στον ουρανό σε μια συγκεκριμένη στιγμή
    παράδειγμα  a new moon - νέο φεγγάρι
    παράδειγμα  a crescent moon - μηνίσκος
    παράδειγμα  waxing phase of a crescent moon - αύξουσα φάση μηνίσκος
    παράδειγμα  waxing phase of a gibbous moon - αύξουσα φάση γεμάτη ημισέληνος
    παράδειγμα  waning phase of a crescent moon - φθίνουσα φάση μηνίσκος
    παράδειγμα  waning phase of a gibbous moon - φθίνουσα φάση γεμάτη ημισέληνος
    παράδειγμα  a half-moon - ημισέληνος/μισοφέγγαρο
    παράδειγμα  a full moon - πανσέληνος/γεμάτο φεγγάρι
  3. το φεγγάρι ενός άλλου πλανήτη
    παράδειγμα  Mars has 2 moons.
    Ο Άρης έχει 2 φεγγάρια.

Σύνθετα

[επεξεργασία]
ενεστώτας moon
γ΄ ενικό ενεστώτα moons
αόριστος mooned
παθητική μετοχή mooned
ενεργητική μετοχή mooning

moon (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, ανεπίσημο)