Μετάβαση στο περιεχόμενο

φεγγάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φεγγάρι τα φεγγάρια
      γενική του φεγγαριού των φεγγαριών
    αιτιατική το φεγγάρι τα φεγγάρια
     κλητική φεγγάρι φεγγάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Το φεγγάρι μας, η Σελήνη.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φεγγάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φεγγάρι(ν) < φεγγάριον, υποκοριστικό του αρχαίου φέγγος [1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /feŋˈɡa.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φεγγάρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φεγγάρι ουδέτερο

  1. (δορυφόρος) το ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από τη Γη
     συνώνυμα: η Σελήνη
  2. (κατ’ επέκταση) το φως που προέρχεται από το φεγγάρι
     συνώνυμα: φέγγος
  3. (δορυφόρος) δορυφόρος σε τροχιά γύρω από άλλο πλανήτη
    παράδειγμα  Ο Άρης έχει δύο φεγγάρια: τον Φόβο και τον Δείμο.
  4. ένας σεληνιακός μήνας (περίπου 29 μέρες)
  5. κάποτε
      ...ένα φεγγάρι είχαμε κάνει και λίγο παρέα. Τον είχα φιλέψει μάλιστα σπίτι μου, όπου λόγω καλοκαιριού υπήρχε και επιδόρπιο, το λεγόμενο χουσάφι. (Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Έξι φορές η τύχη: μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 74)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με φεγγαρ-, -φεγγαρ

 και δείτε τις λέξεις φέγγω και φέγγος

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φεγγάρι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. φεγγάρι - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φεγγάρι ουδέτερο