φως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φως φώτα
γενική φωτός φώτων
αιτιατική φως φώτα
κλητική φως φώτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φως < αρχαία ελληνική φάος / φῶς < φάω (λάμπω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φως ουδέτερο (πληθυντικός φώτα)

  1. ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό
    φοράει μαύρα γυαλιά γιατί τα μάτια του είναι πολύ ευαίσθητα στο φως
    άνοιξε τις κουρτίνες να μπει λίγο φως!
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: σκοτάδι
  2. (κατ' επέκταση) η όραση
    χάνω το φως μου
  3. σκευή τεχνικού φωτισμού
    πριν φύγεις, σβήσε τα φώτα
    γιατί δεν σταμάτησες; δεν είδες το κόκκινο φως;
  4. πληροφόρηση, γνώση
    μπορείς να ρίξεις λίγο φως στο θέμα;
  5. δημοσιότητα
    βγήκε στο φως σήμερα το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής
    η ανασκαφή έφερε στο φως δύο τάφους της Μυκηναϊκής εποχής
  6. έξοδος, τέλος μιας δυσάρεστης κατάστασης
    μετά από πέντε μέρες κοντεύω να τελειώσω την έκθεση, επιτέλους βλέπω το φως στο τούνελ
  7. ηλεκτρικό ρεύμα
    μας κόψανε το φως
    φως, νερό, τηλέφωνο
  8. ...

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

και

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]