ακτινοβολία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακτινοβολία ακτινοβολίες
γενική ακτινοβολίας ακτινοβολιών
αιτιατική ακτινοβολία ακτινοβολίες
κλητική ακτινοβολία ακτινοβολίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτινοβολία < ελληνιστική ἀκτινοβολία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακτινοβολία θηλυκό

  1. εκπομπή ενέργειας υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων
  2. η γοητεία
    η αριστερά έμοιαζε να είχε χάσει την ακτινοβολία της, αλλά με το μνημόνιο...
    Ηταν φοβερός ρήτορας, τον παρακολουθούσαμε με ανοιχτό στόμα, αλλά γέρασε και έχασε την ακτινοβολία του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]