σωματίδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σωματίδιο σωματίδια
γενική σωματιδίου
& σωματίδιου
σωματιδίων
& σωματίδιων
αιτιατική σωματίδιο σωματίδια
κλητική σωματίδιο σωματίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωματίδιο < αρχαία ελληνική σωματίδιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɔ.ma.ˈti.ði.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σωματίδιο ουδέτερο

  1. μικροσκοπικό σώμα
    • δομικό συστατικό της ύλης (ο ορισμός αυτός θεωρείται εσφαλμένος για την φυσική, στα διαγράμματα Feynman χρησιμοποιείται μεταφορικά)
  2. γεγονός μεταβολής κυματοσυνάρτησης (μεταβολή πεδίου, -ων) σε συγκεκριμένη ολογραφική συντεταγμένη

γεγονοτική παγίωση κυματοσυνάρτησης, γέννηση-εκκίνηση (διασποράς)-αυτεγκλωβισμός-αυτεμπλοκή-αυτοπεριπλοκή-αυτοσύμπλεξη κυματοσυνάρτησης

  • εκκίνηση διασποράς νεοσχηματισμένης κυματοσυνάρτησης, πτύχωση πεδίου, γεγονός κατάρρευσης, στατιστική διέγερση πεδίου, ολογραφικό γεγονός (μεταβολής κυματοσυνάρτησης)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]