σωματίδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σωματίδιο τα σωματίδια
      γενική του σωματιδίου
& σωματίδιου
των σωματιδίων
& σωματίδιων
    αιτιατική το σωματίδιο τα σωματίδια
     κλητική σωματίδιο σωματίδια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωματίδιο < αρχαία ελληνική σωματίδιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɔ.ma.ˈti.ði.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σωματίδιο ουδέτερο

  1. μικροσκοπικό σώμα, δομικό συστατικό της ύλης

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]