cząstka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική cząstka cząstki
γενική cząstki cząstek
δοτική cząstce cząstkom
αιτιατική cząst cząstki
οργανική cząst cząstkami
τοπική cząstce cząstkach
κλητική cząstko cząstki

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cząstka < υποκοριστικό του część

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

cząstka 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cząstka (pl) θηλυκό

  1. κομματάκι, υποκοριστικό του: część
  2. (φυσική) μόριο
  3. (φυσική) σωματίδιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]