ενέργεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἐνέργεια, ενάργεια

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενέργεια ενέργειες
γενική ενέργειας ενεργειών
αιτιατική ενέργεια ενέργειες
κλητική ενέργεια ενέργειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενέργεια < (λόγιο) < αρχαία ελληνική ἐνέργεια[1]
για τη φυσική < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική énergie και αγγλική energy < υστερολατινική energeia > αρχαία ελληνική ἐνέργεια

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛˈnɛɾ.ʝi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενέργεια θηλυκό

  1. ανθρώπινη πράξη
  2. (φυσική) θεμελιώδης ποσότητα που χαρακτηρίζει ένα σώμα ή χώρο που μπορεί να μεταβάλλει κάποιο άλλο σώμα ή να μεταβληθεί, σχετικιστική μεταβολή ή δυνατότητα μεταβολής (χρωματικού) συνόλου σε σχέση με άλλο ή άλλα
  3. (κβαντική χρωμοδυναμική) ποσότητα πληροφορίας, υψηλής ενέργειας κυματοσυνάρτηση δύναται να προκαλέσει περισσότερες αλλαγές κατάστασης καθώς εντροπίζεται-διαχέεται, ποσότητα πληροφορίας και ενέργεια ταυτίζονται σαν έννοιες στην κβαντική χρωμοδυναμική (στη καθημερινή ζωή ξέρουμε ότι τα FM εμπεριέχουν περισσότερη πληροφορία, ενέργεια και συχνότητα απ' τα AM ανά μονάδα χρόνου)
  4. (σωματιδιακή φυσική) (θεμελιωδώς) μη θορυβική ροή στο υπόβαθρο της τάξης μεγέθους Planck

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

όροι:

εκφράσεις:

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]