energy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
energy energies

energy (en)

  1. η ενέργεια
    Energy has more weight in the increase of inflation.
    Η ενέργεια έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στην αύξηση του πληθωρισμού.
  2. η ενεργητικότητα
    The team entered the second half with energy.
    Με ενεργητικότητα η ομάδα μπήκε στο δεύτερο ημίχρονο.