διατήρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διατήρηση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διατήρηση θηλυκό

  • η εξασφάλιση της άρτιας κατάστασης ενός αντικειμένου
π.χ Η διατήρηση της φυσικής μας κατάστασης είναι σημαντικός δείκτης της ψυχοσωματικής μας υγείας. 
    Η ασφαλής διατήρηση των αρχειακών τεκμηρίων ή των βιβλίων από τους επαγγελματίες κρίνεται απαραίτητη για την διαφύλαξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. 

Μεταφράσεις[επεξεργασία]