εν ενεργεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν ενεργεία, εμπρόθετο με δοτική της καθομιλούμενης. Βλέπε εν και ενέργεια.

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν ενεργεία

  • σε ενέργεια, σε ενεργή υπηρεσία
    στρατιωτικός εν ενεργεία, υπάλληλος εν ενεργεία

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]