Μετάβαση στο περιεχόμενο

σώμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σῶμα
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: χρειάζεται επιμέλεια ορισμών, σύμφωνα με τα λεξικά.


Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σώμα τα σώματα
      γενική του σώματος των σωμάτων
    αιτιατική το σώμα τα σώματα
     κλητική σώμα σώματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σώμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῶμα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈso.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σώμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σώμα ουδέτερο

  1. οργανισμός
  2. κορμός
  3. επιδερμίδα
  4. η υλική υπόσταση σε αντιδιαστολή με το πνεύμα ή την ψυχή
      Το άτομο από σώμα γίνεται σκιά, από σαρκική ύπαρξη, σκιώδης πρόγονος, από απτή παρουσία, τοτέμ και φόβητρο του παρελθόντος. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  5. υλικό αντικείμενο
  6. οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συνέρχονται με συγκεκριμένο σκοπό
  7. ευρύτερος αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός του στρατού ξηράς, ο οποίος καλύπτει μια γεωγραφική περιοχή. Περιλαμβάνει μικρότερες αυτοτελείς μονάδες και σχηματισμούς, όπως μεραρχίες, ταξιαρχίες, συντάγματα και τάγματα.
    παράδειγμα  σώμα στρατού
      ... διακρίθηκε στις επιχειρήσεις στη Β. Αφρική κατά την υποχώρηση του Ρόμμελ, εντεταγμένος στις γαλλικές δυνάμεις υπό το στρατηγό Leclerc και αργότερα στο στρατιωτικό σώμα που διοικούσε ο Νεοζηλανδός στρατηγός Freyberg. (Σπύρος Γασπαράτος, Η Κατοχή: Η κατοχική περίοδος μέχρι τον Οκτώβριο 1943, τόμος 1, 1998 σελ. 548)
  8. δημόσια δύναμη με σκοπό τη φύλαξη, την πρόληψη και την καταστολή της βίας ή φυσικών καταστροφών.
    παράδειγμα  τα σώματα ασφαλείας, το σώμα της Πυροσβεστικής
  9. (προγραμματισμός) ο κώδικας, οι εντολές που περιέχονται σε μία σύνθετη δομή προγραμματισμού, όπως σε μία υποθετική εντολή (πχ. εντολή if), σε έναν βρόχο (πχ. εντολή while), σε μιά συνάρτηση ή μέθοδο (βλ. σώμα συνάρτησης), σε μιά κλάση, κλπ.
    παράδειγμα  Στον βρόχο: while ( <συνθήκη> ) { ... <σώμα> ... }, η δήλωση while ( <συνθήκη> ), λέγεται επικεφαλίδα και οι περιεχόμενες εντολές στις αγκύλες σώμα
     αντώνυμα: επικεφαλίδα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]