σωματοφύλακας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σωματοφύλακας σωματοφύλακες
γενική σωματοφύλακα σωματοφυλάκων
αιτιατική σωματοφύλακα σωματοφύλακες
κλητική σωματοφύλακα σωματοφύλακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωματοφύλακας < σώμα (γενική: σώματος) + φύλακας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σωματοφύλακας αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]