μέθοδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέθοδος μέθοδοι
γενική μεθόδου μεθόδων
αιτιατική μέθοδο μεθόδους
κλητική μέθοδε
μέθοδο*
μέθοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέθοδος < αρχαία ελληνική μέθοδος < μεθ- (< μετά-) + ὁδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέθοδος θηλυκό

  1. ορισμένη συστηματική προγραμματισμένη προσέγγιση προς κάποιο θέμα ή ενέργεια
    η επιστημονική μέθοδος βασίζεται σε παρατηρήσεις και πειράματα που μπορούν να επαναληφθούν με παρόμοια αποτελέσματα
    ανακαλύφθηκε μια καινούργια μέθοδος για τη θεραπεία της νόσου
  2. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) υποπρόγραμμα ή συνάρτηση που ορίζεται μέσα σε κλάση, η οποία εκτελείται εξωτερικά μέσω της επίκλησης της κλάσης (στατική μέθοδος) ή κάποιου αντικειμένου αυτής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]