דרך

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

דרך (he) (dérekh) αρσενικό& θηλυκό

  1. τρόπος, μέθοδος
  2. δρόμος, διαδρομή, πορεία