διαδρομή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαδρομή < αρχαία ελληνική διαδρομή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διαδρομή θηλυκό
- το σύνολο των σημείων που περνάει κάποιος πηγαίνοντας από ένα σημείο σε ένα άλλο
- ※ Τρομάζω λίγο στη σκέψη τι διαδρομή μπορεί να έκανε ο Νίκος για να καταφέρει να βγει απ' το Αγρίνιο και να μπορέσει να φτάσει στην Αθήνα για την υπόθεση του Γιώργου. Θα ήταν σαν να παίρνει εξοδόχαρτο από στρατόπεδο. Όχι από στρατιωτική μονάδα αλλά από στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο οποίο τα παραπήγματα των τροφίμων είναι τα ίδια τους τα σπίτια, τα κρεβάτια τους. (Ηλίας Μαγκλίνης, Είμαι όσα έχω ξεχάσει. Μια αληθινή ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- (συνεκδοχικά) ο χρόνος που χρειάζεται για να πάει κάποιος από ένα σημείο σε άλλο
- (δίκτυο υπολογιστών) path: η ακολουθία των κόμβων (nodes) από όπου διέρχεται ένα πακέτο (packet) στα δίκτυα μεταγωγής για να φθάσει τον κόμβο προορισμού (destination node)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαδρομή
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαδρομή < διαδραμεῖν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διαδρομή
- η μετάβαση από το ένα μέρος στο άλλο
- (αστρονομία) η τροχιά
Πηγές
[επεξεργασία]- διαδρομή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- διαδρομή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Δίκτυο υπολογιστών (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αστρονομία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)