route

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
route routes

route (en)

  1. η διαδρομή
  2. το δρομολόγιο
  3. (δίκτυο υπολογιστών) διαδρομή, δρόμος[1]
     συνώνυμα: path

Ρήμα[επεξεργασία]

route (en)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
route routes

route (fr) θηλυκό

  1. ο δρόμος
  2. το δρομολόγιο



Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 από αναζήτηση στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.