path

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

path (en)

  1. μονοπάτι, δρόμος (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
  2. (πληροφορική) ιεραρχική δομή δένδρου (tree) για την οργάνωση των αρχείων, σε μοναδικές θέσεις μέσα σε ένα σύστημα αρχείων (file system)
    Δείτε επίσης: path (computing) στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

κατάλληλες προθέσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • path στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια