μονοπάτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μονοπάτι τα μονοπάτια
      γενική του μονοπατιού των μονοπατιών
    αιτιατική το μονοπάτι τα μονοπάτια
     κλητική μονοπάτι μονοπάτια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονοπάτι < μεσαιωνική ελληνική μονοπάτι(ν) < μονόπατος < μόνος + -ο- + πατώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μονοπάτι ουδέτερο

  1. στενός και δύσβατος δρομίσκος στην ύπαιθρο, που συνήθως έχει σχηματισθεί από τη συχνή διέλευση ανθρώπων ή ζώων
     συνώνυμα: ατραπός, δρομάκι, δρομίσκος, στενωπός
  2. (γενικότερα) στενός ορεινός δρόμος
  3. (μεταφορικά) ενέργειες ή δράσεις που οδηγούν στην επίτευξη κάποιου σκοπού ή παράγουν κάποιο αποτέλεσμα
    Η οικολογία είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος προς την ελευθερία. Δεν είναι πρόσκληση για ένταξη σε μια ιδεολογία ή σε μια πολιτική άποψη, είναι ενα προσωπικό μονοπάτι καθημερινής απελευθέρωσης από τη βαρβαρότητα του κοινωνικού μας συστήματος και της αντιανθρωπιστικής και αντιεπιστημονικής κουλτούρας του. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Παροιμίες[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]