μόνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μόνος | η | μόνη | το | μόνο |
| γενική | του | μόνου | της | μόνης | του | μόνου |
| αιτιατική | τον | μόνο | τη | μόνη | το | μόνο |
| κλητική | μόνε | μόνη | μόνο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μόνοι | οι | μόνες | τα | μόνα |
| γενική | των | μόνων | των | μόνων | των | μόνων |
| αιτιατική | τους | μόνους | τις | μόνες | τα | μόνα |
| κλητική | μόνοι | μόνες | μόνα | |||
| Κατηγορία όπως «μεγάλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μόνος < αρχαία ελληνική μόνος < πρωτοελληνική *monwo- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mey- (μικρός)
Επίθετο
[επεξεργασία]μόνος, -η, -ο
- (χωρίς άρθρο) ολομόναχος, δίχως συντροφιά ή βοήθεια· δείτε και την αντωνυμία παρακάτω
- έμεινε μόνος στη ζωή
- (με άρθρο) ο μοναδικός
- ο Κώστας ήταν ο μόνος που έτρεξε να βοηθήσει
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]μόνος, -η, -ο και μου, σου, του, μας, σας, τους
- (οριστική αντωνυμία) χωρίς συνοδεία ή βοήθεια
- πρέπει να βρεις τη λύση μόνος σου
- το έκανε από μόνος του
Σημειώσεις
[επεξεργασία]Ξεχωρίζει από το επίθετο επειδή αφ' ενός δεν έχει ποτέ άρθρο, αφ' ετέρου συνοδεύεται πάντα από τους αδύνατους τύπους των προσωπικών αντωνυμιών.
Πηγές
[επεξεργασία]- μόνος - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- μόνος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μόνος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | μόνος | ἡ | μόνη | τὸ | μόνον |
| γενική | τοῦ | μόνου | τῆς | μόνης | τοῦ | μόνου |
| δοτική | τῷ | μόνῳ | τῇ | μόνῃ | τῷ | μόνῳ |
| αιτιατική | τὸν | μόνον | τὴν | μόνην | τὸ | μόνον |
| κλητική ὦ! | μόνε | μόνη | μόνον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | μόνοι | αἱ | μόναι | τὰ | μόνᾰ |
| γενική | τῶν | μόνων | τῶν | μόνων | τῶν | μόνων |
| δοτική | τοῖς | μόνοις | ταῖς | μόναις | τοῖς | μόνοις |
| αιτιατική | τοὺς | μόνους | τὰς | μόνᾱς | τὰ | μόνᾰ |
| κλητική ὦ! | μόνοι | μόναι | μόνᾰ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μόνω | τὼ | μόνᾱ | τὼ | μόνω |
| γεν-δοτ | τοῖν | μόνοιν | τοῖν | μόναιν | τοῖν | μόνοιν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'μέγιστος' όπως «στρογγύλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μόνος < μόνϝος < πρωτοελληνική *monwos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mey- (μικρός).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mó.nos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μό‐νος
Επίθετο
[επεξεργασία]μόνος, -η, ον
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- μοναρχία
- μόνιππος
- μονογενής
- μονόδους (με ένα δόντι)
- μονοειδής (ομοιόμορφος, απλός)
- μονόκλαυτος (που τον θρηνεί μόνον ένας)
- μονόκωπος (με ένα κουπί)
- μονόλιθος
- μονομάχος
- μονοκοιτέω (μόνος στο κρεβάτι μου)
- μονομήτωρ (στερημένος μητρός)
- μονόπαις (μοναχογιός)
- μονόσκηπτρος (αυταρχικός)
- μονότεκνος (που έχει ένα παιδί)
- μονότροπος (μονήρης, μοναχικός)
- μονόφρουρος (ο μοναδικός φρουρός)
- μονόφθαλμος
- μονόψηφος (που αποφασίζει μόνος του)
- μονωδία
Πηγές
[επεξεργασία]- μόνος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μόνος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μεγάλος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'μέγιστος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'στρογγύλος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mey- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)