Μετάβαση στο περιεχόμενο

only

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

only (en) (χωρίς παραθετικά)

  • μόνος, που είναι χωρίς τη συντροφιά άλλων
    παράδειγμα  My only concern is you.
    Η μόνη μου έγνοια είναι εσύ.
    παράδειγμα  It was the only time when…
    Ήταν η μόνη φορά που…
    παράδειγμα  This is the only reason.
    Αυτός είναι ο μόνος λόγος.
    παράδειγμα  The only one that survived.
    Ο μόνος που επέζησε.
    παράδειγμα  The only thing I want is my peace and quiet.
    Το μόνο που θέλω είναι η ησυχία μου!
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη sole

Επίρρημα

[επεξεργασία]

only (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. μόνο, κανένας ή τίποτα άλλο
    παράδειγμα  Only John came; no one else.
    Μόνο ο Γιάννης ήρθε· κανείς άλλος.
    παράδειγμα  Only Paul saw the snake (in other words, no one else).
    Μόνο ο Παύλος είδε το φίδι (δηλαδή κανείς άλλος).
    παράδειγμα  Paul saw only the snake/Paul saw the snake only (in other words, nothing else).
    Ο Παύλος είδε μόνο το φίδι (δηλαδή τίποτα άλλο).
    παράδειγμα  Ladies only!
    Μόνο για Κυρίες!
    παράδειγμα  Only you can help me.
    Μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις.
    παράδειγμα  Only John knows it.
    Μόνο ο Γιάννης το ξέρει.
    παράδειγμα  Only you can judge.
    Εσύ μόνο μπορείς να κρίνεις.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη alone
  2. μόνο, μόνο και μόνο, σε καμία άλλη κατάσταση, τόπο κτλ.
    παράδειγμα  He works only in the afternoons.
    Δουλεύει μόνο απογεύματα.
    παράδειγμα  I accept only with the terms I mentioned.
    Δέχομαι μόνο με τους όρους που ανέφερα.
    παράδειγμα  He did it only to please you.
    Tο ΄κανε μόνο για να σ΄ ευχαριστήσει.
    παράδειγμα  Sign only as long as you agree.
    Nα υπογράψετε μόνο εφόσον συμφωνείτε.
    παράδειγμα  He does that only to annoy me.
    Το κάνει αυτό μόνο και μόνο για να με εκνευρίζει.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη solely
  3. μόνο, απλώς, δεν είναι πιο σημαντικό, ενδιαφέρον, σοβαρό κτλ.
    παράδειγμα  Paul only saw the snake (in other words, he didn’t kill it).
    Ο Παύλος μόνο που είδε το φίδι (δηλαδή δεν το σκότωσε).
    παράδειγμα  I am only a secretary.
    Εγώ είμαι μόνο γραμματέας.
    παράδειγμα  I only looked at it, I never touched it.
    Εγώ μόνο που το κοίταξα, δεν το άγγιξα.
    παράδειγμα  I only touched it.
    Εγώ απλώς το άγγιζα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη merely
  4. μόνο, όχι περισσότερο από, όχι μακρύτερο από
    παράδειγμα  I only want so much.
    Θέλω τόσο μόνο.
    παράδειγμα  Only five individuals were injured in the accident.
    Στο δυστύχημα τραυματίστηκαν μόνο πέντε άτομα.
    παράδειγμα  He worked for one year/one week only.
    Δούλεψε ένα χρόνο/μια βδομάδα μόνο.
    παράδειγμα  The number has only one digit.
    Ο αριθμός έχει ένα μόνο ψηφίο.
  5. μόνο, μόνο αφού, όχι μέχρι κάποια στιγμή
    παράδειγμα  Only then will he help him, when he sees that he is trying.
    Τότε μόνο θα τον βοηθήσει, όταν δει ότι προσπαθεί.
    παράδειγμα  I gave it to him only after he promised to…
    Του το έδωσα μόνο αφού υποσχέθηκε να…
  6. μόνο, χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος δεν μπορεί να κάνει περισσότερο από αυτό που αναφέρεται, αν και αυτό μάλλον δεν είναι αρκετό
    παράδειγμα  If only he came, even only for a little bit.
    Aς ερχόταν, έστω και μόνο για λίγο.
  7. μόνο, αρκεί μόνο να, φτάνει μόνο να
    παράδειγμα  You can stay, only if you don’t disturb us.
    Mπορείτε να μείνετε, μόνο να μη μας ενοχλείτε.
    παράδειγμα  Only if it is not too late!
    Φτάνει μόνο να μην είναι πολύ αργά!
     συνώνυμα: as long as

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

only (en)

  • (ανεπίσημο) μόνο που, μόνο
    παράδειγμα  I would buy it, only it is too expensive.
    Θα το αγόραζα, μόνο που είναι ακριβό.
    παράδειγμα  He could be good, only he never studies at home.
    Θα μπορούσε να είναι καλός, μόνο που δεν μελετάει ποτέ στο σπίτι.
    παράδειγμα  I need it, only I don’t have the money to buy it.
    Tο χρειάζομαι, μόνο που δεν έχω λεφτά για να το αγοράσω.
    παράδειγμα  He will help you, only don’t ask him for money.
    Θα σας βοηθήσει, μόνο λεφτά μην του ζητήσετε.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη except