Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

alone (en)

  1. μόνος, μοναχός

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

alone (en)

  1. μόνος του, χωρίς βοήθεια
    a change in diet alone is not usually enough to make you lose weight and keep it off
  2. μόνος του, χωρίς συντροφιά
    he lived alone for 20 years until he finally met the woman of his dreams last fall
  3. μόνο, αποκλειστικά
    she alone got the right answer to the problem