Μετάβαση στο περιεχόμενο

let alone

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
let alone <  δείτε τις λέξεις let και alone

Επιρρηματική έκφραση

[επεξεργασία]

let alone (en)

  • πολύ περισσότερο (δε), πόσο μάλλον, χώρια
    παράδειγμα  He can’t walk yet, let alone run!
    Δεν μπορεί να περπατήσει ακόμα, πολύ περισσότερο δε να τρέξει!
    παράδειγμα  He was always consistent, let alone now!
    Πάντα ήταν συνεπής, πόσο μάλλον τώρα!
    παράδειγμα  He exploits his own brother, let alone me.
    Εκμεταλλεύεται τον ίδιο του τον αδερφό, πόσο μάλλον εμένα.
    παράδειγμα  I didn’t go to the theater because I didn’t have time, let alone money.
    Δεν πήγα στο θέατρο γιατί δεν είχα χρόνο, χώρια που δεν είχα και λεφτά.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]