μοναρχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοναρχία μοναρχίες
γενική μοναρχίας μοναρχιών
αιτιατική μοναρχία μοναρχίες
κλητική μοναρχία μοναρχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοναρχία < αρχαία ελληνική μοναρχία < μόνος+ αρχή (με την έννοια του μοναδικού, απόλυτου άρχοντα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοναρχία θηλυκό


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]